Новогреческий словарь
λεπτότεχνος
λεπτότεχν|ος
тонкой работы, изящный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тонкой работы
? —
λεπτότεχνος
как на
(ново)греческом
будет слово
изящный
? —
λεπτότεχνος
как с
(ново)греческого
переводится слово
λεπτότεχνος
? — тонкой работы, изящный
#
(ново)греческий словарь
—
κοινολογώ
—
σύνταξη
—
ματά
—
ανεπιστρεπτί
—
αισχρολόγία
—
εμμηνοόπαυση
—
αναδοχή
—
αβερταρία
—
αριστοτέχνης
—
αστύλωτος
—
ψυχοβιολόγος
—
αχρηστεύω
—
γιωματίζω
—
ινώδες
—
πυριτιδοποιία
—
έξω
—
μισακάρισσα
—
συνεργία
—
ετέχθην
—
αντικαταρροϊκός
—
αδιάπαοστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,