Новогреческий словарь
έσοξ
έσοξ
(-χος) ο
щука
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
щука
? —
έσοξ
как с
(ново)греческого
переводится слово
έσοξ
? — щука
#
(ново)греческий словарь
—
δυναμό
—
λαγουδέρα
—
αδιάκριτος
—
εξαλμίζω
—
καθομολογώ
—
βαρικός
—
αποδιάλεγμα
—
εμφυλιοπολεμικός
—
κολλητερό
—
ισώνω
—
φτυαρίζομαι
—
ενταύθα
—
αμετροφαγία
—
γλεντάκι
—
βόϊδι
—
βατσέλλο
—
καθορώ
—
συμφιλιώνομαι
—
ξεμυαλιστής
—
υπέρλομπρος
—
συνταρακτικά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,