Новогреческий словарь
συνωμότης
συνωμότης
ο 1)
заговорщик
;
2)
конспиратор
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
заговорщик
? —
συνωμότης
как на
(ново)греческом
будет слово
конспиратор
? —
συνωμότης
как с
(ново)греческого
переводится слово
συνωμότης
? — заговорщик, конспиратор
#
(ново)греческий словарь
—
αμπάριασμα
—
σιτέλαιο
—
σανδάλι
—
ενιαίος
—
αγγλισμός
—
πλατυκεφαλία
—
παραψαλιδιά
—
μάνικα
—
πίναξ
—
ανασυστήνω
—
θύω
—
τράνταγμα
—
αντιγραφή
—
εργάτης
—
ετυμολόγος
—
πεταλωτήριο
—
αμυγδαλωτό
—
καστανός
—
μεταλλωρύχος
—
δήωση
—
ανταπάντηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,