Новогреческий словарь


ταχυδακτυλουργικός

ταχυδακτυλουργικός
1) фокуснический;
2) перен. очковтирательский


внешние ссылки озвучка | ru.wiktionary | el.wiktionary | en.wiktionary | greek-language.gr |



как на (ново)греческом будет слово фокуснический? — ταχυδακτυλουργικός
как на (ново)греческом будет слово очковтирательский? — ταχυδακτυλουργικός
как с (ново)греческого переводится слово ταχυδακτυλουργικός? — фокуснический, очковтирательский


#(ново)греческий словарьεξέτασηύαλοςευκολογύριστοςπαρεμπόδισηαυτοφαγίαμηλοπούρναρομεικτόςανυπόληπτοςκατασκεπαστόςαλατάςφάρυγξδιαρράπτωπαραγιόςαμαξοστασιάρχηςγαλβανόμετρομεταφορικώςπιεζοηλεκτρικόςαντικαταβολήγλαυκοπράσινοςσιμιτεργάτηςσυγχρωτίζομαι


Α    Β    Γ    Δ    Ε    Ζ    Η    Θ    Ι    Κ    Λ    Μ    Ν    Ξ    Ο    Π    Ρ    Σ    Τ    Υ    Φ    Χ    Ψ    Ω







переводы с персидского языка, литовский словарь, шведско-русский словарь, сборка мебели в Москве