παρονομάζω

формы словаβ
παρονομάζω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово παρονομάζω? —


ασταφίδωτοςεπιτηρώαπροτίμητοςπαρασκευαστικόςτελεσίγραφοανθρωπόμορφοςευστοχώφιλόλογοςανευφήμησηαχρωματωπίαανασυρτόςανθυποναυπηγόςελαφρόκαρδοςπερουβιανόςανεικονικότηταοδικώςκάθαρσηεπικίνδυνααπαίρωσυνασπισμένοςμεγαμπέρ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit