προίξ

формы словаβ
προίξ
(-κός) η приданое;
          έχει τήν ~ αφάγωτη — [phrase]он ещё холостяк[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово приданое? — προίξ
как с (ново)греческого переводится слово προίξ? — приданое


καφεπότιδαγαγγραίνιασμααιμοπότηςδαυκίευήθειααπόγαιοςαναχλιαίνωαντιστροφήαπόγνωσηασβεστάδικουπηρέτηςαισθησιασμόςαποκομίζωκροκοσυλλέκτηςασυνάχωτοςνινίισραηλίτηςσχιζοειδήςκαρύκιαυγουλάτοςχρεώγραφο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit