καντηλανάφτης

формы словаβ
καντηλανάφτης
ο церк. пономарь, дьяк (зажигающий лампады)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово пономарь? — καντηλανάφτης
как на (ново)греческом будет слово дьяк? — καντηλανάφτης
как с (ново)греческого переводится слово καντηλανάφτης? — пономарь, дьяк


βάρυονδείναςαναδιαπαιδαγώγησηανάρδευτοςανάδυσηακάνθινοςκαρτέρημαγαλβανοτεχνικήαγροχημικόςαπλουτοςκυανωπόςσκαλούνιπαρακεκινδυνευμένοςάσφαιροςασυμπέραντοςαχολογώκεραμιδόγατοςκαταδώνωπροαιώνιοςανείδωτοςπαρατράβηγμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit