Новогреческий словарь
ημιστήριξη
ημιστήριξη
η спорт.
стойка на одной руке
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стойка на одной руке
? —
ημιστήριξη
как с
(ново)греческого
переводится слово
ημιστήριξη
? — стойка на одной руке
#
(ново)греческий словарь
—
συνηλικιώτης
—
δασωτός
—
ανεκτίμητος
—
αυτομαστιγώνομαι
—
μολυβδουργείο
—
κυνικότης
—
δισκοβολώ
—
σφόδρα
—
πενηντάρης
—
συναλληλία
—
χωματουργός
—
γοργοβασιλεύω
—
συνεννοούμαι
—
ραδιοτεχνία
—
γκλάβας
—
θρόμβωση
—
ματοκυλίζω
—
λυμεών
—
ηλεκτροθεραπευτικός
—
μοσκίται
—
φεσοποιείο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,