Новогреческий словарь
στρατολόγηση
στρατολόγηση
η
призыв, вербовка
(в армию) (?)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
призыв
? —
στρατολόγηση
как на
(ново)греческом
будет слово
вербовка
? —
στρατολόγηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
στρατολόγηση
? — призыв, вербовка
#
(ново)греческий словарь
—
σακκιάζω
—
σοβχόζ
—
μπλόκος
—
Φεβρουάλια
—
ανασκέλίασμα
—
τεκμαίρομαι
—
καλοκαιριάζει
—
χαμηλοτάκουνος
—
μαδριγάλιον
—
απείρως
—
αηδονολαλούσα
—
ψευτοκουλτουριάρης
—
ξακουσμένος
—
ασκητεία
—
μαννάρα
—
πολυτάλαντος
—
πεδικλώνομαι
—
ανθρακοπώλης
—
πλεούσα
—
πενιχρός
—
νεοδύμιον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,