σμαλτωμέν|ος

формы словаβ
σμαλτωμέν|ος
эмалированный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово эмалированный? — σμαλτωμένος
как с (ново)греческого переводится слово σμαλτωμένος? — эмалированный


ανικανοποίησηρεφερέντουμπαράλυσηεμφρακτικόςυπερμικροσκόπιουπεροπλίαβωτριδοφαγωμένοςάντεισηγούμαισμίξιμοφαρμακοδόχοςαπειράγαθοςμετουσιούμαιάϊαλλοίοςισχυροίνεοεπιστρατευμένοςδογματικότηταχαμολόγιπαραδειγματισμόςμυρρέλαιολαογραφία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit