Новогреческий словарь
σαββατιανό
σαββατιανό
το
савватьяно
(один из сортов винограда)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
савватьяно
? —
σαββατιανό
как с
(ново)греческого
переводится слово
σαββατιανό
? — савватьяно
#
(ново)греческий словарь
—
ευφόρητος
—
ψωρίτης
—
πρήζομαι
—
τοιχοποιία
—
κωλοσούρνομαι
—
υπερκερώ
—
ξορκίστρα
—
σατράπης
—
περιγραπτός
—
υδρόμελι
—
μέσοφρυς
—
ηπατολογικός
—
ανακλαδίζομαι
—
φαρμακοσυλλέκτης
—
αντικρουόμενος
—
οποίος
—
άβαθος
—
αναξηραίνομαι
—
εξερευνητής
—
αλληθωρίζω
—
σκαιός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,