πολυμερισμός

формы словаβ
πολυμερισμός
ο хим. полимеризация



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово полимеризация? — πολυμερισμός
как с (ново)греческого переводится слово πολυμερισμός? — полимеризация


ανακρίνωασύμπλεκτοςκαμπανούλακατηγόρεμασυνδιδάσκωΞΑμερικάνοςδοιάκισκατομαζώχτρατσοπάνηςΜαροκινόςπέθαμαηλεκτραγγέλτηςκιότεμαεφαρμοστόςμετράωαόριστοςσκληρομετρίααργασμένοςχειρόβολοαβαθμίδωτος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit