Новогреческий словарь
σχολιανός
σχολιανός
праздничный
;
~ά ρούχα — праздничная одежда
;
===
τούψαλα τά ~ά του — [phrase]я ему дал нахлобучку[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
праздничный
? —
σχολιανός
как с
(ново)греческого
переводится слово
σχολιανός
? — праздничный
#
(ново)греческий словарь
—
σκούφια
—
ξεστυλώνομαι
—
εμπορεύσιμος
—
ασπρισμα
—
ψευδο-
—
σφίξη
—
λιποναύτης
—
κοσμώ
—
γλωσσοδέρνω
—
δεκαδάρχης
—
οστέϊνος
—
λεμονάδα
—
υπερκεράζω
—
παρανόηση
—
ναυπήγηση
—
ξεσκλάβωμα
—
μελανάδα
—
εχθρικά
—
φόβος
—
ανθρωπολάτρις
—
ημισεληνοειδής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,