Новогреческий словарь
αντλητήρας
αντλητήρας
ο 1)
насос
;
2)
ведро
;
3)
черпак
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
насос
? —
αντλητήρας
как на
(ново)греческом
будет слово
ведро
? —
αντλητήρας
как на
(ново)греческом
будет слово
черпак
? —
αντλητήρας
как с
(ново)греческого
переводится слово
αντλητήρας
? — насос, ведро, черпак
#
(ново)греческий словарь
—
ψεμματούρης
—
βουλευτεια
—
παρατηρητικότητα
—
ανεπίχριστος
—
γάιδαρος
—
πνεύμων
—
υποαπασχολούμαι
—
καρέλι
—
ανασύνθεση
—
ψήνομαι
—
καλωσυνεύω
—
αδενεκτομή
—
μπάτσικα
—
υπερφαλαγγίζω
—
συλλοή
—
μουστακοφόρος
—
έτυχον
—
μπλόκος
—
υποσυνείδητος
—
αντιπροσωπευτικός
—
σχάση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,