Новогреческий словарь
καμαριέρα
καμαριέρα
η
горничная; камеристка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
горничная
? —
καμαριέρα
как на
(ново)греческом
будет слово
камеристка
? —
καμαριέρα
как с
(ново)греческого
переводится слово
καμαριέρα
? — горничная, камеристка
#
(ново)греческий словарь
—
αρχιερατείο
—
εβραϊκός
—
ά-ά!!
—
κατάλευκος
—
συγχαίρω
—
μουνουχίζω
—
ζουριάρης
—
φυσομανώ
—
φιδόχορτο
—
υδραργυραλοιφή
—
αμάνδριστος
—
παρεπόμενο
—
προβαδίζω
—
ισώνω
—
απόμπευτος
—
μάλιστα
—
υπολειμματικός
—
διαστροφέας
—
γαργαλεύω
—
άχυμος
—
γινατσιάρικα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,