Новогреческий словарь
λεβεντόκορμος
λεβεντόκορμ|ος
богатырского телосложения
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
богатырского телосложения
? —
λεβεντόκορμος
как с
(ново)греческого
переводится слово
λεβεντόκορμος
? — богатырского телосложения
#
(ново)греческий словарь
—
δενδράκι
—
θερμότητα
—
σπογγαλιεία
—
αντίκλα
—
δεκαημερία
—
επαγρύπνηση
—
πλουτοφόρος
—
επικός
—
σκηνίτης
—
ανθοστοιχία
—
άπαυστος
—
θηλυγονία
—
αρωκαρία
—
σαλεπιτζήδικο
—
οπωρικό
—
βροχοφόρος
—
επιξηραντικός
—
ζαλώνομαι
—
ασπρούλης
—
απροικη
—
σφυγμογράφημα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,