πλειστηρίαση

формы словаβ
πλειστηρίαση
η продажа с аукциона



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово продажа с аукциона? — πλειστηρίαση
как с (ново)греческого переводится слово πλειστηρίαση? — продажа с аукциона


συγκληροδόχοςαναπιάνωβρωμούσαπορηνοειδήςυποφοράφαντασιόπληκτοςτερεβινθίνηΣουηδίαενσωματωμένοςμαθηματικόςδράστηςπροσκτώμαιπηδαλιουχώκακογεννάωπυροφοβίααναχασκίζωάσποροςκοσμογονίααναξιοπαθήςβραδύδίζυγο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit