Новогреческий словарь




ταντέλλα

ταντέλλα
η кружево;

===
          γίνομαι ~ — остаться без копейки


внешние ссылки озвучка | ru.wiktionary | el.wiktionary | en.wiktionary | greek-language.gr |



как на (ново)греческом будет слово кружево? — ταντέλλα
как с (ново)греческого переводится слово ταντέλλα? — кружево


#(ново)греческий словарьουσιαστικοποιημένοςαρτεσιανότεχνούργημαανταμώνομαιραδιούργοςλευκωματοειδήςυπερκαπιταλισμόςέξυπνααποδοχεύςβραδιαζομαιθεσπίζωκουστούμιγονατιστάβλητρωαδιενέργητοςτροχοπεδώγιουσουρούμαυξητικόεμπότισηπρόσφυξπρωτομαγειρεύω


Α    Β    Γ    Δ    Ε    Ζ    Η    Θ    Ι    Κ    Λ    Μ    Ν    Ξ    Ο    Π    Ρ    Σ    Τ    Υ    Φ    Χ    Ψ    Ω







латышский словарь, литовский словарь, шведско-русский словарь,