Новогреческий словарь
επωασηκός
επωασηκός
высиживающий
;
~ή μηχανή — инкубатор
;
~ κλίβανος — инкубационная печь (для выведения микроорганизмов)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
высиживающий
? —
επωασηκός
как с
(ново)греческого
переводится слово
επωασηκός
? — высиживающий
#
(ново)греческий словарь
—
ανθρωποσωστικός
—
στεάτινος
—
γοργοκαβαλάρης
—
κορδίζω
—
κανών
—
ανθρωπομορφικός
—
νευρολογικός
—
γαμπιέρης
—
πλιθί
—
δίφανα
—
αγριόκοττα
—
φρόνιμος
—
αμόρε
—
υδροστάθμη
—
ψοφάκι
—
ελαχιστοποίηση
—
ανδράκιον
—
κόμις
—
βασίζω
—
κερατιάτικος
—
μήγαρ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,