κυματόμετρο

формы словаβ
κυματόμετρο
мор. волномер



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово волномер? — κυματόμετρο
как с (ново)греческого переводится слово κυματόμετρο? — волномер


τεταγμένοςεσώψυχαπαρόμοιαΚοσσυφοπέδιοτσιτωμένοςδευτερόγονοςδιαχασματικόςενέθηκακυβερνησιμότηταδασοκομίακάλιοεκλέκτωραραχιθέλαιονεναντίονχείμεθλονσκατίλαπιάτοαπομαδώκαρβουνόσκονηανασκολόπισμαακούρντιστος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit