Новогреческий словарь
ξεπρήσκομαι
ξεπρήσκομαι
опадать
(об отёке, воспалении)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
опадать
? —
ξεπρήσκομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξεπρήσκομαι
? — опадать
#
(ново)греческий словарь
—
αρκτόμυς
—
ηλιόλουστος
—
γέρακας
—
έκτοτε
—
κρυπτοκουκουές
—
ψαροκάλαθο
—
χαλκοπράσινος
—
λοξυγγιάζω
—
σουραυλίζω
—
μετεωρίζομαι
—
απαλλαγμένος
—
κατουρλής
—
στρούγκα
—
ξέρακας
—
κειμήλιο
—
αναζωπυρώνω
—
αυστραλιακός
—
χιονόλευκος
—
παροδικότητα
—
μονότροπος
—
υποκινήτρια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,