συναγωνιστικός

формы словаβ
συναγωνιστικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συναγωνιστικός? —


φάγουσααναγελαστικάδιαλαλητήςσταδιοδρομίαπεπερασμένοςαχτιδοβολήλεβάνταθαλερότητατάνυσμόςπεριήλιοπρογραφήονοματικόςκαλοζώκαΐλαγλέντιιστιόπανοεκατοντάχροναταμιολογιστήςπερπέρααντεισαγγελέαςορνιθοσκαλίσματα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit