Новогреческий словарь
αντηρίση
αντηρίση
(-ίδος) η 1)
подпорка
;
2)
подпорная стена
(от оползней и т. п.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
подпорка
? —
αντηρίση
как на
(ново)греческом
будет слово
подпорная стена
? —
αντηρίση
как с
(ново)греческого
переводится слово
αντηρίση
? — подпорка, подпорная стена
#
(ново)греческий словарь
—
φρενοπάθεια
—
περιφράσσω
—
τριγωνικός
—
κονσερβοποιία
—
χλιμάρα
—
λεηλατημένος
—
σταχτοκουλλούρα
—
πουτσόδρομος
—
ανομοιοκατάληκτος
—
παιδάκι
—
λεθρίνι
—
αντεγκαλώ
—
ανθρακόκονις
—
διπλάσιος
—
σωματάρχης
—
πολυήμερος
—
ψυχοσύσταση
—
ευκαταμάχητος
—
μπελντές
—
εκβάθυνση
—
πέπρωται
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,