αποσβένω

формы словаβ
αποσβένω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αποσβένω? —


δεκάρχηςαμέρωτοςσησαμέλαιοαναύλωτοςμισοπαράνομοςανεγελώδορστοφόροςσημερνόςαναισθητίζωχαλίκιθαμαχτόςτσούραπαυσανίαςγλυκοκοιμισμένοςκαλαισθητικόςαναφροδισίατεφρόςεκφαύλισησταλιδώνωπρογαμιαίοςμεταρσιώνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit