εφηλίδα

формы словаβ
εφηλίδα
(-ίδος) η веснушка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово веснушка? — εφηλίδα
как с (ново)греческого переводится слово εφηλίδα? — веснушка


υδαταγωγόςαποστάθμισηαποζώβεδούρασυγκυριακάανέλκωσιςξαγοράζωεπανειλημμένωςανακωχεύωιστορικήςαυτενέργητοςαπολιχνίζωδιαβεβρωμένοςμαζάλισμαεξακόσιοιβιλλίπολυκοσμίαδημοκρατούμαισάρωμαεπιχορηγητικόςσειέμαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit