ενδοκρινολογικός

формы словаβ
ενδοκρινολογικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ενδοκρινολογικός? —


ονοματισμόςαττικίζωπαιδοχειρουργικήτριχώδηςράβδοςαμφιταλαντεύομαιβορίζειχαλκοειδήςαρμακάςμουντάρωαιώνιανουθετούμαιμαστραπάςαπορρουφώκρετινισμόςεπιστημονικοφανήςανώιμεταβλητότηταμπατιρίζωεπίχειρονοικοδίαιτος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit