Новогреческий словарь
μετάνια
μετάνια
η церк.
покаяние
;
μούκανε ~οιες — [phrase]он меня умолял[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
покаяние
? —
μετάνια
как с
(ново)греческого
переводится слово
μετάνια
? — покаяние
#
(ново)греческий словарь
—
παραπίπτω
—
καυλός
—
κρίνομαι
—
αφόνευτος
—
κουτσοδουλειά
—
μεφιστοφελικός
—
διαγουμίζω
—
ασπριδερός
—
διεγερτικός
—
αλαλητό
—
διαπλέκω
—
σκουντούφλιασμα
—
γονατιστά
—
υπουρίδα
—
συγχρονισμένος
—
αμαρτάνω
—
υπερήλικας
—
εγκλείστως
—
λυρισμός
—
αποστολή
—
νυχάτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,