εβλήθην

формы словаβ
εβλήθην
παθ. αόρ. от βάλλω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εβλήθην? —


θεατρίνοςσπάραγμακακοπερνάωμοτόςελικηδόνβαμβακόψειραακανθυλλίδαθαλασσοδαρμένοςμαδάωτύφλαμάραζαλώνομαιγαύρααιγυπτιολογίααφρίζωυγρόπισσανουράφαλτσοστέκαζωντανόςπροξενιάνεκρώσιμοανάμεστος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit