Новогреческий словарь
γαλόσσα
γαλόσσα
η 1)
галоша
;
2)
деревянный башмак
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
галоша
? —
γαλόσσα
как на
(ново)греческом
будет слово
деревянный башмак
? —
γαλόσσα
как с
(ново)греческого
переводится слово
γαλόσσα
? — галоша, деревянный башмак
#
(ново)греческий словарь
—
σπερματογένεση
—
διακόφτό
—
αρρενοφυής
—
νονός
—
πεζοπόρος
—
εφτάστερος
—
απανωτάρι
—
φακίρης
—
χειραφετώ
—
απόστρατα
—
συνοδεύω
—
αντισκωριακός
—
αξάφνιαστος
—
γαστρονομία
—
διάκαυση
—
γαϊτανοφρυδάτος
—
ερεονητέος
—
αντιστάθμιση
—
πυελολιθοτομία
—
κλιμακωτός
—
έρπης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,