δισεγγόνη

формы словаβ
δισεγγόνη
η правнучка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово правнучка? — δισεγγόνη
как с (ново)греческого переводится слово δισεγγόνη? — правнучка


θεσιθηρώιματιοφύλακαςκορακίσιοςμακιγιάρωκαμίνευσηηγγέλθηννεοναζιστικόςανέσπεροςδηγιέμαιαμλέτιοςαποτελειώνωισούμαιανεφοδίαστοςαλανάριστοςαφαρπάζομαιμονοκρατορικόςευφημώεκδικητήςεμψυχωτικάπαρακρούωοξειδωτικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit