στάθηκα

формы словаβ
στάθηκα
παθ. αόρ. от στέκω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово στάθηκα? —


παιδολόγιεξανδραπόδισμόςαποπεράτωσηδουλίτσακωλοφαρδίαλερωμένοςκουτσαίνωψυχιατρείοαφειδήςαλογοσούρτηςεκτινάσσομαιεναρμονίζωακριβοθυγατέραδεψίνημουγιόχορτοδενδροτομώδιοικούμαιγαγγραίνωσηαντρόγυνοολόπλευροςβολή




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit