Новогреческий словарь
απατηλός
απατηλός
ложный, лживый, обманчивый
;
~ές υποσχέσεις (ελπίδες) — лживые обещания??? (надежды)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ложный
? —
απατηλός
как на
(ново)греческом
будет слово
лживый
? —
απατηλός
как на
(ново)греческом
будет слово
обманчивый
? —
απατηλός
как с
(ново)греческого
переводится слово
απατηλός
? — ложный, лживый, обманчивый
#
(ново)греческий словарь
—
διογκώνομαι
—
κομμάτιασμα
—
άτιμος
—
μπαστάρδικος
—
υδροτεχνία
—
μυρεψός
—
παμμακάριστος
—
γυνή
—
εμπερίστατος
—
κατοπτρική
—
ανδριαντοποιός
—
αλάνθαστος
—
μεγαλοπραγμονώ
—
επιγονάτιο
—
γλαρίς
—
ψυχόρμητο
—
κομματίζομαι
—
γογγύζω
—
μεταμορφώσιμος
—
καπινός
—
βοτανισμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,