ανοσοποίησις

формы словаβ
ανοσοποίησις
(-εως) η иммунизация



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово иммунизация? — ανοσοποίησις
как с (ново)греческого переводится слово ανοσοποίησις? — иммунизация


χώμοςμαρξιστήςτσιχλογέρακαςστιχουργόςπροανακριτικόςκωδικοποίησηδεσμοφύλακαςπρωϊμάδιΦερενίκηβεβαίωσηγαλβανισμόςπορδήερυθρώαιματένιοςεπιπεφυκίτιςκαταβόλεμακατσιποδιάξεθαρρεύομαιφακελοποιείοαναγκαστικότηταμποτζίρω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit