Новогреческий словарь
αβαντάζ
αβαντάζ
το :
έχω τό ~ ότι... — преимущество моего положения в том(__,__) что...
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αβαντάζ
? —
#
(ново)греческий словарь
—
τεσσαράγκωνος
—
ανθοστρώνω
—
αναψυκτήριο
—
αντίστεκος
—
θηλάζω
—
μποξάς
—
κωβώνι
—
σωστός
—
εξασχιδής
—
αθειάφωτος
—
χωματίδα
—
ανθρακοκάμινος
—
τσινώ
—
παρά
—
πεντοζάλης
—
λιμπίζομαι
—
ιχνάριο
—
μαίευτρα
—
ελαιόπιττα
—
κυπριακός
—
φυλλοφόρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,