Новогреческий словарь
θηλυκώνω
θηλυκώνω
застёгивать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
застёгивать
? —
θηλυκώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
θηλυκώνω
? — застёгивать
#
(ново)греческий словарь
—
χαλκωρυχείο
—
εκπνοή
—
περίληψη
—
αιματοκρίτης
—
μικροφαράδ
—
Συριανός
—
φαρμακέμπορος
—
κατσικήσιος
—
Μεξικάνή
—
σφυγμογραφία
—
γυμνοθεραπεία
—
κτένισμα
—
αντέρεισμα
—
ευγενέστερος
—
χρεοκοπώ
—
εξεύρον
—
τράπεζα
—
σκαρταδούρα
—
αγνωμονώ
—
φαινόμενος
—
ακροδακτύλιον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,