Новогреческий словарь
σφάκτης
σφάκτης
ο 1)
мясник
(на бойне);
2) перен.
убийца
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мясник
? —
σφάκτης
как на
(ново)греческом
будет слово
убийца
? —
σφάκτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
σφάκτης
? — мясник, убийца
#
(ново)греческий словарь
—
σταρένιος
—
ποτηριά
—
σουφλέ
—
επιτρόπευση
—
ορθοδοντική
—
παραμιλάω
—
αναδιπλασιασμός
—
υδρολυσία
—
ανεμίτης
—
αλιγόστευτος
—
ανδροπρεπής
—
συγκυβερνητικός
—
παρατημένος
—
πράτα
—
ροή
—
σκαλπέλλο
—
αντίφραση
—
θλιβερός
—
ποτίστρα
—
δηώνω
—
θειάφινος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,