περίγελως

формы словаβ
περίγελως
(-ωτος) ο посмешище;
          έγινε ο ~ τού κόσμου — [phrase]он стал всеобщим посмешищем[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово посмешище? — περίγελως
как с (ново)греческого переводится слово περίγελως? — посмешище


ευδαιμονισμόςνωτιαίοςπαλαμύδαερασιτεχνικόςωτοπλαστικήαποκεντρώσιμοςπύραδιισχυρισμόςφουμάδαατύχημαξύστραδεμοτοποιόςαλοχημείανιτροκυτταρίνηοπόθενχαμαίπρογραμματιστήαεροναυτιλίαμονοκάμαρααρχικατεργάρηςγλυκοφίλητος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit