δασοπονία

формы словаβ
δασοπονία
η лесоводство (занятие)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово лесоводство? — δασοπονία
как с (ново)греческого переводится слово δασοπονία? — лесоводство


επαίσχυνταμεσοσκέλιοστηλίτηςιχθυοπώληςσυριγματώδηςκαταλαλητήςθηλυγονίαυπολογίσιμοςαδένιαερμητικότηταψυχολατρίαδέκαρχοςξεσκάζωαποθεραπεύωΑγαθόνικοςκινητοποιούμαιαφορισμένοςανεμοδέρνωυποτελώνηςκαπιτάλαυπερθύριον




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit