γρύψ

формы словаβ
γρύψ
(γεν. γρυπός) ο миф. грифон



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово грифон? — γρύψ
как с (ново)греческого переводится слово γρύψ? — грифон


ημιτονοειδήςλυσσομάνημαλεκιασμένοςπογκρόμαποφρακτικόςσυγγραφικόςδιαπάληλεπτολογικόςπαχύρρευστοςτμηματάρχηςδιοπύρωσηδιαπραγματεύσιμοςθυμόςστεμφυλοπιεστήριομολυβδόχρουςδρεπανωτόςαποδασούμαικορυβοντιασμόςτσοπάνισσαευψυχίατρίχαπτο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit