Новогреческий словарь
εκκαψυλλιώνω
εκκαψυλλιώνω
извлекать капсюль из стреляной гильзы
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
извлекать капсюль из стреляной гильзы
? —
εκκαψυλλιώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκκαψυλλιώνω
? — извлекать капсюль из стреляной гильзы
#
(ново)греческий словарь
—
αποχετεύω
—
γαλάκτισμα
—
αριστερόχειρας
—
διοφθαλμικός
—
διούρηση
—
κοττόπιττα
—
δευτερολεπτοδείκτης
—
ευεπίδεκτος
—
φασιστοειδής
—
βάρσαμο
—
εκκείμενος
—
δίστυλος
—
επινεφρίδιος
—
συνέταμον
—
γυμνητεία
—
σταρένιος
—
παιδεμένος
—
σεληνάκατος
—
ριζόκαρπος
—
νιχιλιστής
—
πρόβολος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,