Новогреческий словарь




ανάβλεμμα

ανάβλεμμα
το 1) взгляд вверх;
2) взгляд;
          άγριο τό ανάβλεμμά της — её взгляд выражает жестокость


внешние ссылки озвучка | ru.wiktionary | el.wiktionary | en.wiktionary | greek-language.gr |



как на (ново)греческом будет слово взгляд вверх? — ανάβλεμμα
как на (ново)греческом будет слово взгляд? — ανάβλεμμα
как с (ново)греческого переводится слово ανάβλεμμα? — взгляд вверх, взгляд


#(ново)греческий словарьπρομύθιονχρεωλυσίααυθαδειάζωθρηνωδώταύτισηκουραδούμπαφρουτάκιξάιχειμωνιάζωαφερματισμόςτοσουλάκιξετρυπώνωαστικοποιούμαιπορφυρογέννητοςχάνδαξκλομπβακχικόςαποτροπιάζομαιμονάφτηςστεάτωσηεπιβλέπω


Α    Β    Γ    Δ    Ε    Ζ    Η    Θ    Ι    Κ    Λ    Μ    Ν    Ξ    Ο    Π    Ρ    Σ    Τ    Υ    Φ    Χ    Ψ    Ω







латышский словарь, литовский словарь, шведско-русский словарь,