Новогреческий словарь
Αίολος
Αίολ|ος
ο миф.
Эол, бог ветров
;
άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου — обрушились все ветры
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
Эол
? —
Αίολος
как на
(ново)греческом
будет слово
бог ветров
? —
Αίολος
как с
(ново)греческого
переводится слово
Αίολος
? — Эол, бог ветров
#
(ново)греческий словарь
—
αποθάρρυνση
—
υπερασπίστρια
—
διακοφτός
—
στιχουργώ
—
ρούς
—
χαλκουργείο
—
υπνοβάτισσα
—
αδελφότητα
—
ανύπνια
—
υπενοικίαση
—
κατανοώ
—
βαμβακερά
—
δελφίνι
—
μακινάρω
—
πλησίασμα
—
υπερώιος
—
ταμπούρι
—
αποφορά
—
κλείς
—
αναπόδισμός
—
κλαδευτήρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,