τουρκοσπορίτης

формы словаβ
τουρκοσπορίτης



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τουρκοσπορίτης? —


ιδιοκατοίκησηκουνουποφάγοςτάσιΠάναςπυγμήοργανογραφικόςελεφαντίσκοςαύξησηχαλνκόστρωσηκλιμακωτάκόμμοδοςανθόνεροφωτογράφησητυροπιτάδικοεξήςζωέμποροςεπιλήψιμαχασομερώβραβείοεννεακοσιοστόςνικητής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit