Новогреческий словарь
μείξις
μείξις
(-εως) η
смешение; смесь
;
ερωτική ~ — совокупление
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
смешение
? —
μείξις
как на
(ново)греческом
будет слово
смесь
? —
μείξις
как с
(ново)греческого
переводится слово
μείξις
? — смешение, смесь
#
(ново)греческий словарь
—
φιλάλληλος
—
ψωρικός
—
γηροκομία
—
γαλλί
—
απόρρευση
—
ανθρωπόφοβος
—
αυτοαποκαλούμενος
—
δεκατριετής
—
μπασμένος
—
εδρεύω
—
χνουδάτος
—
τευτονικός
—
βιβλιοπαρουσίαση
—
χρηματοκιβώτιο
—
τάσι
—
δεκαεξαπλάσιος
—
κύμβαλο
—
στυφάδα
—
δίπρακτος
—
φιλόλαος
—
βαλτώδης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,