Новогреческий словарь




χιών

χιών
(-όνος) η снег;
          αιώνιαι χιόνες — вечные снега


внешние ссылки озвучка | ru.wiktionary | el.wiktionary | en.wiktionary | greek-language.gr |



как на (ново)греческом будет слово снег? — χιών
как с (ново)греческого переводится слово χιών? — снег


#(ново)греческий словарьνυχάκιλίγοδιεκθλίβωεπαναβλέπωφαλαινοειδήςυψωτήςδιάρροιαυαλοποιόςαναδιοργάνωσητουρλωτόςεπικήδειοςφωνητικόςανέβασμαγυναικοκαβγάςγοργοπερνωφόρτισησυχνόςπάντοτεπροσχηματικώςσύμπτυξηκαταχώνομαι


Α    Β    Γ    Δ    Ε    Ζ    Η    Θ    Ι    Κ    Λ    Μ    Ν    Ξ    Ο    Π    Ρ    Σ    Τ    Υ    Φ    Χ    Ψ    Ω







латышский словарь, литовский словарь, шведско-русский словарь,