Новогреческий словарь
θυμιαστής
θυμιαστ|ής
ο прям., перен.
тот(__,__) кто воскуряет фимиам
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тот, кто воскуряет фимиам
? —
θυμιαστής
как с
(ново)греческого
переводится слово
θυμιαστής
? — тот, кто воскуряет фимиам
#
(ново)греческий словарь
—
εκκομίζω
—
πεζολογία
—
μοναστικός
—
αχρωματισμός
—
αποκρατικοποίηση
—
μολυβδαίνιο
—
θανατικό
—
ανεβροχιά
—
φαγουλιονός
—
αναδίδω
—
παροιμιακός
—
μεσαιωνοδίφης
—
ησυχασμένος
—
αναξηραίνω
—
σκέψη
—
παιδομάνι
—
μουντζώνω
—
αφόρετος
—
ονειδιστικός
—
στάχτιασμα
—
κούρασμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,