Новогреческий словарь
ξενιτεμένος
ξενιτεμέν|ος
живущий на чужбине
, за границей;
эмигрировавший
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
живущий на чужбине
? —
ξενιτεμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
эмигрировавший
? —
ξενιτεμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξενιτεμένος
? — живущий на чужбине, эмигрировавший
#
(ново)греческий словарь
—
μονόχειρας
—
εισδοχή
—
αποζευγνύω
—
ετερόκοιλος
—
πιπεροδοχείο
—
πιστομητός
—
αντιληπτός
—
αφέντισσα
—
απαυγάζω
—
ρυτίδωμα
—
γκομπίλας
—
αντιάρμα
—
φορολογικός
—
πτητικός
—
δόγισσα
—
δικαιοφροσόνη
—
δωδέκατη
—
φαγέδαινα
—
Ν
—
δάκτυλο
—
εκτροχίαση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,