Новогреческий словарь
σκλήρυνση
σκλήρυνση
η 1)
затвердение
;
2) перен.
очерствение
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
затвердение
? —
σκλήρυνση
как на
(ново)греческом
будет слово
очерствение
? —
σκλήρυνση
как с
(ново)греческого
переводится слово
σκλήρυνση
? — затвердение, очерствение
#
(ново)греческий словарь
—
χειροκρατώ
—
λιποψυχία
—
χρύσωση
—
παλίμβουλος
—
ελληνόπουλο
—
αλέπιαστος
—
κρύο
—
αναστολή
—
ενενήντα
—
λαρυγγόφωνα
—
καλησπέρα
—
αδρόσιστος
—
πλησιέστερος
—
πρυμνοδέτης
—
οικονομικά
—
φτωχοφαμελίτης
—
αμυλούχος
—
ειδοποιώ
—
βόγγημα
—
τρίλλια
—
δεντροκομία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,