Новогреческий словарь
καλλιμάρμαρος
καλλιμάρμαρ|ος
сделанный из прекраоюго мрамора
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сделанный из прекраоюго мрамора
? —
καλλιμάρμαρος
как с
(ново)греческого
переводится слово
καλλιμάρμαρος
? — сделанный из прекраоюго мрамора
#
(ново)греческий словарь
—
βιος
—
μπαρμπερίζω
—
αγευμάτιστος
—
μεταρρυθμιστικά
—
όθεν
—
υποστροφή
—
εργαστηριακός
—
αναλωτής
—
ακλειστος
—
υαλοτεχνικός
—
αποκρυπτογράφησις
—
ξέπλεγος
—
σκύλινος
—
κόλπωμα
—
υμενικός
—
ασκοελιές
—
λεμφοπενία
—
συσπουδάζω
—
καναδέζικος
—
κλεπτομανία
—
ισχνεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,