αντικειμενοποιούμαι

формы словаβ
αντικειμενοποιούμαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αντικειμενοποιούμαι? —


ξεσκάφτωμαγουλίκαβαθύγνωμοςμοσκίταιανατομικόςαπαράμιλλαανεγνοιασιάντουμάνιφλόκκιασμαμικρόκοσμοςπαρεπόμενοενάμισιφώναγμαξυλόστρωτοςστοχασμόςνανοηλεκτρονικήλυγαριάυστερορραγίαακαβάλλιστοςυπερκρέμαμαιενύπαρξις




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit